Ο Τάσος Αγγέλογλου (αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Χαλκηδόνος) ήταν ένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στο ταξίδι προσκυνήματος στις αλησμόνητες πατρίδες. Σμύρνη, Βουρλά, Αλή Αγά, Βουρλά και στον τόπο των προγόνων του το Σεβντίκιοϊ.
Το λεβέντικο χωριό της Ιωνίας…
Είναι απο τα ταξίδια που αν τα κάνεις για πρώτη φορά, όπως ο Τάσος Αγγέλογλου, δεν τα ξεχνάς. Είναι οι διηγήσεις, τα ακούσματα, οι εικόνες και τα συναισθήματα που είχες και δυνάμωσαν πηγαίνοντας στη γη των προγόνων σου.
Είναι και το δέος, αυτό που ένιωσε ο Τάσος Αγγέλογλου όπως είπε στο axioslife.gr
Γιατί;
«Χορέψαμε για πρώτη φορά στην πλατεία του Σεβντίκιοϊ μετά από το 1922. Ένιωσα δέος, ανατρίχιασα» είναι η απάντησή του. Πρώτη φορά σε εκείνα τα μέρη, είδε, άκουσε και ένιωσε τη φιλοξενία των Τούρκων, των απλών ανθρώπων, αλλά και αυτών των επίσημων φορέων.
Μίλησε και για αυτά στο axioslife.gr όπως και για το τι αντίκρισε μετά από τόσα χρόνια σε Σμύρνη και Σεβντίκιοϊ.

«’Έλεγαν καλή πατρίδα, αλλά δεν ξαναγύρισαν ποτέ»
– Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινες στη γη των προγόνων σου; Τι αίσθηση και τι συναισθήματα σου άφησε όλο αυτό το ταξίδι;
«Πήγα πρώτη φορά στην πατρίδα. Ένιωσα συγκίνηση, αλλά και μια στεναχώρια. Κατεδαφίστηκαν όλα τα παλιά κτίρια των προγόνων μας στα παράλια της Σμύρνης.
Ένιωσα πολύ έντονα συναισθήματα, θυμήθηκα τους παππούδες, τις ιστορίες που έλεγαν για το Σεβντίκιοϊ, τα σπίτια που άφησαν εκεί, τις δουλειές που είχαν.
Τον δρόμο που είχαν πάρει όταν έφυγαν πιστεύοντας ότι θα γυρίσουν πίσω. Εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη γιατί περίμεναν ότι θα ξαναγυρίσουν πίσω αλλά δεν ξαναγύρισαν ποτέ.
Ξέρεις, κάποτε έλεγαν, καλή πατρίδα. Να ξαναγυρίσουμε, αλλά τελικά δεν ξαναγύρισαν καμία φορά.
Πήγαμε δυο πούλμαν, γύρω στα 70 άτομα».

«Τίποτα δεν θυμίζει Ελλάδα στα μέρη που πήγαμε»
– Στα μέρη που πήγατε, υπάρχει κάτι που να θυμίζει Ελλάδα από τότε;
«Όχι. Αν δεν γνωρίζεις, όχι. Το μόνο πράγμα που θυμίζει Ελλάδα είναι το κτίριο του προξενείου στη Σμύρνη, το οποίο είναι ένα παλιό κτίριο. Το έχουν κάνει αναπαλαίωση και ήταν ενός εύπορου Έλληνα έμπορου».

– Εκτός από τις επίσημες αρχές, ο απλός κόσμος πως σας αντιμετώπισε;
«Στο Σεβντίκιοϊ που πήγαμε η αντιμετώπιση ήταν άριστη. Όχι φιλική, ήταν αδερφική. Η υποδοχή που είχαμε. Ειλικρινά, εγώ δεν το περίμενα. Πήγαμε από εδώ με το μικτό χορευτικό, μας άφησαν, προς τιμή του, να χορέψουμε Μικρασιατικά τραγούδια.
Χορέψαμε στην πλατεία του χωριού και ο κόσμος ήταν πολύ φιλικός. Κέρασε ο ένας τον άλλον.
Το δέος που νιώσαμε που χορεύαμε στην πλατεία του χωριού δεν έχω λόγια να στο περιγράψω. Η συγκίνηση εκείνη τη στιγμή, το ότι ξαναχορέψαμε μετά από 100 χρόνια στην πλατεία του Σεβντίκιοϊ ήταν μοναδικό.
Μακάρι να μας ξαναδοθεί η ευκαιρία να το ξανακάνουμε. Θα ξαναπήγαινα στο μέρος αυτό γιατί θέλω να υπάρχει μια σχέση μεταξύ των δυο λαών.
Το θέλουν και οι ίδιοι. Και στο Δημαρχείο γνωρίσαμε κόσμο, αλλά και στο facebook είχαμε αιτήματα φιλίας, ήταν άριστη η φιλοξενία τους».

«Αξέχαστη η στιγμή που χορεύαμε και βγήκε ο χότζας για προσευχή»
– Μίλησες για δέος. Κάτι που σου έχει μείνει στο μυαλό από αυτό το ταξίδι και δεν θα το ξεχάσεις ποτέ;
«Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν όταν χορεύαμε βγήκε ο χότζας και άρχισε τις προσευχές. Ήταν κάτι της στιγμής, ανατρίχιασα».
– Έχεις δει εικόνες ή ντοκιμαντέρ από την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Και πας εκεί το 2025. Ποια σκέψη σου ήρθε πρώτα στο μυαλό;
«Το Σεβντίκιοϊ είναι έξω από τη Σμύρνη, είναι ενσωματωμένο με τη Σμύρνη. Οι Τούρκοι έχουν εντελώς διαφορετική άποψη για ότι συνέβη το 1922.
Δεν υπάρχει Ελληνική κοινότητα και Ελληνικό σχολείο στη Σμύρνη, δεν υπάρχει τίποτα».
– Τι σημαίνουν για τον Τάσο Αγγελόγλου οι αλησμόνητες πατρίδες;
«Το Σεβντίκιοϊ το έχουμε φέρει κοντά μέσα από τις ιστορίες που ακούγαμε, το ξέραμε από αυτά που μας έλεγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας, από τις διηγήσεις τους.
Για μένα το μέρος ήταν σαν το ήξερα, αλλά δεν περίμενα να δω τόσο τσιμέντο, περίμενα κάτι να βρω, αλλά δεν το βρήκα.

Στο χωριό μας είναι τρία κτίρια που έχουν απομείνει, όπως το σπίτι του γιατρού που λέγαμε
Έχει μείνει το σημείο που έβγαινε το αγίασμα από μαι εκκλησία, που τώρα είναι μαντρί και είναι μέσα στα σκουπίδια.
Είχαμε έναν παππού στον Βαθύλακκο που ήρθε από εκείνα τα μέρη, 9 χρονών και ήξερε όλες τις ιστορίες, πως έφυγαν, για τον ξεριζωμό, που πήγαν στη Σάμο».


