Ο Νίκος Μανουσαρίδης είναι χοροδιδάσκαλος με καταγωγή από το Πρόχωμα Θεσσαλονίκης. Έχει ταξιδέψει στον Πόντο και έχει ακούσει αυτό:
«Πήγαμε και στα Λιβερά του Πόντου, στην περιοχή της Ματσούκας.
Εκεί ένας παππούς, 80 χρονών μου λέει στα Ποντιακά:
Τι έρχεστε εδώ να κάνετε; Μας αφήσατε και φύγατε.
Το παράπονό του ήταν.
Αυτός εξέφρασε το παράπονό του, σου λέει σκορπίσαμε.
Οι μισοί έφυγαν και οι άλλοι έμειναν εδώ.
Αλλά το έλεγε με πολύ παράπονο».
Πήγε στα μέρη των προγόνων του, τα Κοτύωρα (Ορντού) του Πόντου και επέστρεψε κρατώντας στις αποσκευές της μνήμης του πολλά.
Όπως και αυτό:
«Κάποια στιγμή καθόμουν στο Μεϊντάνι, την πλατεία της Τραπεζούντας» λέει στο axioslife.gr και συνεχίζει: «Και νόμιζα ότι ήμουν στο στο χωριό μου, στο καφενείο».
Πώς να σβήσουν αιώνες Ελληνικής παρουσίας στον Πόντο;
Με τον Νίκο Μανουσαρίδη το axioslife.gr συζήτησε για τους χορούς και τι σημαίνει να τους διδάσκεις, για τις εμπειρίες του μέσα από τους πολιτιστικούς συλλόγους και τα ταξίδια που έκανε.
Που τον «πλούτισαν» σε άλλες μουσικές και ήχους, σε παραστάσεις και γνώσεις
Μικρός άκουγε μουσική και δεν μπορούσε να καθίσει στην καρέκλα του ήσυχος.
Ήταν, όπως μας είπε ο ίδιος, τυχερός που πρόλαβε τις άλλες εποχές, εκείνες που η παράδοση του Πόντου έμπαινε στις αυλές του χωριού με τα ήθη και τα έθιμά της για να μπορούν να τα χαίρονται όλοι.
Να είναι όλοι κοινωνοί σε αυτά που ήρθαν από την πατρίδα, από τον Πόντο.
Και όπως είπε ο Νίκος Μανουσαρίδης στο axioslife.gr: «Προσπάθησα και προσπαθώ να είμαι όσο μπορώ κοντά στην παράδοση σκεπτόμενος ότι το οφείλω στη γενιά των πατεράδων μας, των παππούδων μας, των γιαγιάδων μας».
Εντάξει οι χοροί, αλλά η Ποντιακή γλώσσα; Τι γίνεται με αυτή;
Ο Νίκος Μανουσαρίδης εκφράζει τον φόβο του για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει, αλλά παράλληλα προτείνει τι θα μπορούσε να γίνει.
Για να μη χαθεί, να συνεχίσουν να τη μιλάνε, να την καταλαβαίνουν.

– Πότε και πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τον χορό και τη διδασκαλία του;
« Η σχέση μου με την Ποντιακή διδασκαλία και τους Ποντιακούς χορούς είναι τελείως βιωματική. Μεγάλωσα σε ένα χωριό, το Πρόχωμα, και ήμασταν από τις τελευταίες τυχερές γενιές που προλάβαμε παραδοσιακούς γάμους που γινόταν στην αυλή του χωριού.
Έτσι γνώρισα την παράδοση, βιωματικά, στην αρχή παίζοντας στον κύκλο του χορού, το χοροστάσι που λέγαμε.
Στην αυλή που γινόταν ο γάμος.
Μετά σιγά σιγά χορεύοντας με τους μεγαλύτερους. Όλα αυτά τη δεκαετία του 1970. Από τότε θυμάμαι τον εαυτό μου να χορεύει».
«Το οφείλω στη γενιά των πατεράδων μας, των παππούδων μας, των γιαγιάδων μας»
-Φεύγουμε από εκείνα τα χρόνια, που χόρευες και ερχόμαστε στο τώρα, να διδάσκεις χορούς εσύ εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ευθύνη…
«Διδάσκω από το 1989 χορούς, Ποντιακούς και όχι μόνο, από όλη την Ελλάδα.
Η αλήθεια είναι ότι το να διδάσκεις χορούς είναι μια θέση πολύ υπεύθυνη γιατί η παράδοση δεν είναι δική μας. Η παράδοση είναι του λαού και εξελίσσεται μέσα από τον χρόνο και στη διάρκεια του χρόνου ο καθένας βάζει το λιθαράκι του.
Είναι πολύ μεγάλη ευθύνη.
Προσπάθησα και προσπαθώ να είμαι όσο μπορώ κοντά στην παράδοση σκεπτόμενος ότι το οφείλω στη γενιά των πατεράδων μας, των παππούδων μας, των γιαγιάδων μας.
Οφείλουμε να σεβόμαστε αυτό που κάνουμε και οφείλουμε να το εξελίσσουμε, τίποτα δεν είναι στατικό.
Όπως όλα ρέουν έτσι και η παράδοση ρέει. Αρκεί να είναι πάνω σε μια σταθερή βάση. Να έχει αρχή, συνέχεια και όπου πάει».
– Διάθεση από τον κόσμο και κυρίως από τους νέους να συμμετέχουν υπάρχει;
«Έχω ασχοληθεί με πάρα πολλούς συλλόγους από το 1979 μέχρι τώρα.
Εύξεινος Λέσχη Αλμωπίας, Σύλλογος Φίλων της Παράδοσης στην Κοζάνη, Μακεδνοί Κοζάνης, Αριστοτέλης Κοζάνης, στη Θεσσαλονίκη, στην Πεντάλοφο, στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, στο Πρόχωμα.
Η εμπειρία λέει ότι τα παλιά χρόνια υπήρχε μεγαλύτερη δίψα από τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στα χορευτικά τμήματα.
Αλλά δυστυχώς αυτό εκλείπει. Ίσως δεν υπάρχει χρόνος πλέον για να αφιερώσουν για τα παιδιά τους.
Σίγουρα παίζει ρόλο ότι υπάρχουν περισσότερες δραστηριότητες για να στείλουν τα παιδιά τους. Η αλήθεια είναι αυτή.
Υπάρχει όμως ένα ενδιαφέρον να στέλνουν οι γονείς τα παιδιά τους στα χορευτικά τμήματα, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς να πηγαίνουν σε χορευτικά τμήματα.
Είμαι αισιόδοξος ότι θα κρατήσει για πολλά χρόνια ακόμα αυτό».

«Δεν είναι απλά βασικός πνεύμονας, αλλά αν δεν υπήρχαν θα είχε εκλείψει τελείως η παράδοση»
– Πόσο σημαντική θεωρείς την ύπαρξη των συλλόγων; Πολλοί λένε πως είναι ένας από τους βασικότερους πνεύμονες κάθε τοπικής κοινωνίας
«Δεν είναι απλά είναι βασικός πνεύμονας αλλά αν δεν υπήρχαν θα είχε εκλείψει τελείως η παράδοση».
Τα ταξίδια στην Ευρώπη, η αλληλεπίδραση των πολιτισμών και οι πολύτιμες εμπειρίες

– Πού έχεις ταξιδέψει μέσα από τις δράσεις των πολιτιστικών συλλόγων που συμμετείχες;
«Όποιος συμμετέχει σε πολιτιστικούς συλλόγους και ιδιαίτερα στα χορευτικά τμήματα έχει τη χαρά να γνωρίζει πολιτισμούς από άλλα μέρη του κόσμου.
Προσωπικά έχω πάει σε όλη την Ευρώπη. Την έχω γυρίσει όλη με διάφορες χορευτικές ομάδες, σαν χορευτής στην αρχή και μετά ως χοροδιδάσκαλος.
Έχουμε δει άλλους πολιτισμούς που έδειχναν τους χορούς τους και νομίζω ότι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για έναν άνθρωπο.
Μέσα από τα ταξίδια που κάναμε μέσω των παραδοσιακών μας χορών οι εμπειρίες που αποκτάς σαν άνθρωπος είναι πολύτιμες».
– Το πιο μακρινό ταξίδι που έκανες;
« Ήταν να πάω στην Αυστραλία αλλά δεν πήγα, Φοβάμαι τα αεροπλάνα. Όπως και στην Αμερική δεν είχα πάει, για προσωπικούς λόγους. Έχω πάει σε όλη την Ευρώπη, σε πολλά φεστιβάλ, Σε όλη, το ξαναλέω».
Κοτύωρα, Ορντού, Πρόχωμα και τα ταξίδια στον Πόντο και στη γη των προγόνων

– Στον Πόντο έχεις πάει;
«Ναι. Από την πλευρά της μάνας μου και του πατέρα μου οι δικοί μας, οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν από την περιοχή της Ορντού. Σημαίνει στρατόπεδο, είναι παραλιακό μέρος.
Είναι τα αρχαία Κοτύωρα και οι Τούρκοι το ονόμασαν Ορντού γιατί είχαν πολύ στρατό εκεί και το ονόμασαν Ορντού που σημαίνει στρατόπεδο.
Και εμάς μας λένε στο χωριό Ορντουλήδες.
Ο παππούς μου ήταν ο πρώτος κάτοικος του χωριού του Προχώματος που παλιά λέγονταν Τόγανι. Όλο το σόι μας ήταν στη γειτονιά που ήταν τα παλιά Τούρκικα σπίτια.
Ο παππούς μου είχε φύγει πιο νωρίς από τον Πόντο γιατί θα τον έπαιρναν στα Αμελέ Ταμπουρού (σ.σ. Τάγματα Εργασίας).
Η προγιαγιά μου τον έστειλε μαζί με έναν ξάδελφό του, σαν τσιράκι σε έναν γανωτή.
Και είπε η προγιαγιά μου στον ξάδελφό του:
«Πάρτον μαζί σου για να σωθεί, και αν σωθεί, σώθηκε».
Και έτσι σώθηκε. Το 1914 έφυγαν και πήγαν από την Ορντού του Πόντου στην Ανατολική Θράκη, στη Βόρεια Θράκη, έφτασαν Ρουμανία και από Ρουμανία ήρθε στην Ελλάδα το 1916.
Και όταν ήρθε την Ελλάδα κατατάχθηκε στα Βενιζελικά στρατεύματα που ήταν στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια πολέμησε στη μάχη του Σκρα.
Και έτσι γνώρισε το χωριό Πρόχωμα και ήρθε εγκαταστάθηκε στο χωριό».
«Κάποια στιγμή καθόμουν στο Μεϊντάνι, την πλατεία της Τραπεζούντας και νόμιζα ότι ήμουν στο στο χωριό μου, στο καφενείο»

– Στον Πόντο που πήγες, πως σας αντιμετώπισαν οι κάτοικοι που ζουν εκεί;
«Πήγαμε μια αποστολή που ήταν ο συγχωρεμένος, ο αείμνηστος, που πρόσφερε πολλά στην Ποντιακή μουσική και παράδοση, η Ποντιάρα που λέω εγώ, ο Αχιλλέας Βασιλειάδης.
Εννοείται πως μας συνόδευαν πράκτορες όπως γίνεται κάθε φορά που πάει κάποιος στον Πόντο
Είχε κάνει διάφορες αποστολές και ήμουν μαζί του και έτσι γνώρισα τα μέρη του Πόντου.
Επειδή πηγαίναμε σε μέρη που μιλούσαν Ποντιακά ήταν σαν να ήμασταν στο χωριό μας.
Κάποια στιγμή καθόμουν στο Μεϊντάνι, την πλατεία της Τραπεζούντας και νόμιζα ότι ήμουν στο στο χωριό μου, στο καφενείο.
Δεν καταλάβαινα ότι άλλαξα χώρα.
Ίδιοι λαοί, ίδιες ράτσες. Είναι φυσικό γιατί με τους Κρυπτοχριστιανούς και τους μουσουλμάνους που αλλαξοπίστησαν έμειναν αυτοί εκεί και εμείς ήρθαμε εδώ.
Πήγαμε και στα Λιβερά του Πόντου, στην περιοχή της Ματσούκας.
Εκεί ένας παππούς, 80 χρονών, έγραφα εγώ εκείνη την ώρα με την κάμερα, και μου λέει στα Ποντιακά:
«Τι έρχεστε εδώ να κάνετε; Μας αφήσατε και φύγατε».
Το παράπονό του ήταν.
Που να ξέρει ότι έπρεπε να φύγουν οι χριστιανοί.
Αυτός εξέφρασε το παράπονό του, σου λέει σκορπίσαμε.
Οι μισοί έφυγαν και οι άλλοι έμειναν εδώ.
Αλλά το έλεγε με πολύ παράπονο.
Ο κόσμος ο απλός ποτέ δεν είχε να χωρίσει, σε καμία κοινωνία, τίποτα. Απλά είναι παιχνίδια άλλων».

Η αξέχαστη εμπειρία της Ισπανίας και το…Μπουρνουντί
– Κάποια στιγμή που δεν θα ξεχνούσες ποτέ;
«Ήταν η πρώτη εμπειρία με σύλλογο. Αυτή είναι που είναι αξέχαστη και σε βάζει στον δρόμο, στο αυλάκι.
Ήταν με την Χορευτική Ομάδα Φοιτητικών Εστιών Θεσσαλονίκης (ΧΟΦΕΘ), που έχει βγάλει πολλούς χοροδιδάσκαλους, τραγουδιστές και οργανοπαίκτες της παράδοσης.
Πήγαμε στην Ισπανία, σε ένα φεστιβάλ το 1993 με τη συμμετοχή 20 χωρών.
Εκεί πρώτη φορά γνώρισα ότι υπάρχει το κράτος του Μπουρουντί. Υπήρχαν Σενεγαλέζοι, Καυκασιανά μπαλέτα, υπήρχε συμμετοχή από όλο τον κόσμο.
Μου έχει μείνει αυτή η εμπειρία, ήταν απίστευτη η φιλοξενία των Ισπανών».
«Η Ποντιακή γλώσσα χάνεται γιατί φταίμε και εμείς οι νεότεροι, βάζω και τη δική μου γενιά»
-Υπάρχει ένας φόβος ότι η Ποντιακή γλώσσα χάνεται
«Η Ποντιακή γλώσσα χάνεται γιατί φταίμε και εμείς οι νεότεροι, βάζω και τη δική μου γενιά.
Δεν γαλουχήσαμε τα παιδιά μας να μιλάνε Ποντιακά. Αυτό είναι δεδομένο.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε μάθει εμείς να μιλάμε Ποντιακά γιατί στους γονείς μας οι δάσκαλοι τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έλεγαν τα παιδιά να μη μιλάνε Ποντιακά, αλλά και τις τοπικές διαλέκτους για να γράφουν καλές εκθέσεις, να μάθουν καλά τα Ελληνικά.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας όμως, π.χ. μετά το σχολείο μόνο Ποντιακά ακούγαμε. Μας μιλούσαν Ποντιακά.
Ότι Ποντιακά μάθαμε, τα μάθαμε γιατί μιλούσαν μεταξύ τους Στα γλέντια, στις παρέες που έκαναν.
Εγώ αν βρεθώ τώρα με κάποιον Πόντιο θα μιλήσω. Θα ζοριστώ λίγο στην αρχή, αλλά θα μιλήσω, τα ξέρω.
Το θέμα είναι ότι δεν διδάσκονται τα παιδιά,. Πάμε στα γλέντια και βλέπεις χορεύουν, ειδικά η νεολαία. Αλλά δυστυχώς μια μικρή μειοψηφία ξέρει τα Ποντιακά.
Τι λένε τα τραγούδια. Είναι πολύ σημαντικό όμως γιατί δεν είναι μόνο ο χορός. Η παράδοση είναι μουσική αλλά και τραγούδι. Είναι ευθύνη των συλλόγων να το καλλιεργήσουν αυτό».

– Τι θα μπορούσε να γίνει;
«Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι δασκάλων που λειτουργούν σαν φορείς της Ποντιακής διαλέκτου. Υπάρχουν δάσκαλοι που την κατέχουν και θα μπορούσαν να τη μεταφέρουν.
Εγώ το μόνο που σκέφτηκα και το έχω στο μυαλό μου εδώ και δυο χρόνια είναι ότι θα πρέπει πλέον να διδάσκω και τραγούδια. Εκτός από τον χορό.
Είναι πολλά χρόνια που τους λέω: Τι λέει το τραγούδι; Αλλά δυστυχώς δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον. Το προσπάθησα εδώ και δυο χρόνια, τι λέει το τραγούδι. Αλλά δυστυχώς έτσι είναι η κοινωνία μας, αυτό το γρήγορο, το εύπεπτο.
Λένε, έλα τώρα να χορέψουμε. Από τα δέκα άτομα ένα να βρω να καταλάβει τι διδάσκω και γιατί το διδάσκω. Όλοι θέλουν να περάσουν καλά, να χορέψουν, χωρίς να έχουν το πολιτιστικό υπόβαθρο ότι αυτό έχει μαι ιστορία.
Ένα ή δυο άτομα να κερδίσουμε είναι σημαντικό, αυτή είναι η αλήθεια».

Οι Ποντιακοί χοροί, οι κουλτούρες των λαών και η
Πατούλα ή Πιπιλομμάταινα
– Πόσοι Ποντιακοί χοροί υπάρχουν;
«Σκεφτείτε μια περιοχή του Πόντου από τη σημερινή Ήπειρο,εδώ στον Ελλαδικό χώρο, μέχρι πάνω στη Θράκη και βάθος αρκετό.
Ήταν φυσιολογικό να υπάρχουν σε κάθε περιοχή διαφορετικοί χοροί, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Άλλους χορούς χορεύει η Έδεσσα και άλλους η Φλώρινα.
Ακόμη και ο τρόπος που χορεύουν είναι διαφορετικός από χωριό σε χωριό.
Έτσι ήταν και τον Πόντο. Οι επιρροές ήταν πάρα πολλές.
Ουδείς γνωρίζει πόσοι είναι οι Ποντιακοί χοροί γιατί αν εννοούμε Ποντιακούς χορούς αυτούς που χόρευαν οι Έλληνες οι Πόντιοι, οι Ρωμαίοι που έλεγαν στη δική μας πατρίδα, δεν φαντάζομαι να είναι πολλοί.
Υπάρχουν και οι επιρροές, είχαν και τους Αρμένιους, τους Κούρδους και είναι φυσικό να είναι επηρεασμένοι.
Ένα παράδειγμα.
Εμείς χορεύουμε την Πατούλα ή Πιπιλομμάταινα στον Πόντο. Την είδα να χορεύεται από Αρμένικο συγκρότημα σε ένα φεστιβάλ παραδοσιακών χορών στην Ιταλία.
Τελικά ποιανού είναι η Πατούλα;
Ποντιακός ή Αρμένικος; Για αυτό δεν πρέπει να λέμε ποιανού λαού είναι, αλλά σε ποιον τόπο είναι αυτός ο χορός.
Είναι από εκείνον τον τόπο. Και ο Αρμένιος έχει το δικαίωμα να πει ότι την Πατούλα τη χορεύω και εγώ.
Να σκεφτούμε και το εξής. Με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του 19ου αιώνα πολύς κόσμος έφυγε από τον Πόντο, και από την ενδοχώρα και από τα παράλια, στη Ρωσία και στον Καύκασο.
Σκεφτείτε έναν Πόντιο που έφυγε και πήγε αλλού μαζί με την κουλτούρα του.
Αν πάρουμε λοιπόν ως σημείο αναφοράς τον τόπο υπάρχουν πολλοί χοροί, αν πάρουμε την καθαρότητα σε σχέση με τους αρχαιοελληνικούς χορούς ή τους χορούς που πλάστηκαν στον Πόντο και τους χόρευαν οι πρόγονοι μας από τον 8ο αιώνα π.χ. μόνο ο Θεός ξέρει πόσοι χοροί υπάρχουν».

– Αν ερχόταν ένα νέο παιδί και σε ρωτούσε γιατί να έρθω στον σύλλογο, τι θα του απαντούσες;
«Το πρώτο που θα του ρωτούσα θα ήταν τι κίνητρο έχει για να έρθει στον σύλλογο.
Είδα κάποια παράσταση, μια εκδήλωση; Του αρέσει να φαίνεται προς τα έξω;
Για χίλιους δυο λόγους μπορεί να έρθει ένας στον σύλλογο.
Το πρώτο που θα του έλεγα θα ήταν να γνωρίσει την παράδοση.
Πολλοί που ξεκίνησαν ακόμη και τον χορό σαν γυμναστική συνέχισαν και έγιναν λάτρεις της παράδοσης.
Κάποιοι έγιναν και ερευνητές της παράδοσης.
Αυτό το παράδειγμα το φέρων και για τον εαυτό μου.
Άκουγα μουσική και από μέσα μου δεν μπορούσα να καθίσω, μιλάμε για τη δεκαετία του 1970.
Μόλις άκουγα μια συγκεκριμένη μελωδία, που έπαιζε ο συγχωρεμένος ο Μήτκας με το κλαρίνο, έτσι πήγαινε η καρέκλα.
Όταν ο σύλλογος στο Πρόχωμα πηγαίναμε σε κάθε γλέντι, τον στηρίξαμε. Και ως συνήθως το πρώτο στήριγμα σε έναν σύλλογο ήταν η χορευτική ομάδα».


