«Τις μηλίγκες θα τις βρεις όπου υπάρχουν Καβακλιώτες. Και όπως λέω, η μηλίγκα είναι το τοπικό superfood».
Από το Καβακλί της Ανατολικής Ρωμυλίας και από εκεί στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης.
Και από τα Κουφάλια σε όλους τους τυχερούς που τη γεύονται καθημερινά ή την παραγγέλνουν όποτε έχουν την ευκαιρία.
Μηλίγκα…
Ένα παραδοσιακό τυρόψωμο με γεύσεις και αναμνήσεις της πατρίδας. που συνεχίζουν να το παράγουν με φροντίδα και μεράκι στα Κουφάλια.
Όπως ο Μιχάλης Λυτούδης, αρτοποιός τρίτης γενιάς που μίλησε στο axioslife.gr για την περίφημη και γευστικότατη μηλίγκα.
Το περίφημη επουδενί δεν είναι υπερβολή, όποιος έχει δοκιμάσει σίγουρα θα θελήσει και πάλι.
Με τον Μιχάλη Λυτούδη συζητήσαμε για την ιστορία της μηλίγκας, την ιδιαιτερότητά της ενώ έφερε στον νου του και τις αναμνήσεις των παιδιών που πουλούσαν πριν χρόνια μηλίγκες, αλλά και κουλούρια στους δρόμους των Κουφαλίων.
Μας είπε όμως και μια ωραία ιστορία.
Για τον Κουφαλιώτη στα Χανιά που την αρμιά την έκανε αρμιέντος!
Για να είναι πιο…ελκυστική και να προσελκύσει τους τουρίστες. Αθάνατο ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο.
Ας επιστρέψουμε όμως τη μηλίγκα και ας ξεκινήσουμε τη συζήτηση με τον Μιχάλη Λυτούδη, αρτοποιό από τα Κουφάλια του Δήμου Χαλκηδόνος.
Το έθιμο από το Καβακλί της Ανατολικής Ρωμυλίας και η τρίτη γενιά

– Πόσο πίσω πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο για να βρούμε τη μηλίγκα;
«Πάρα πολύ πίσω. Μιλάμε για το Καβακλί της Ανατολικής Ρωμυλίας. Από εκεί ήρθε το έθιμο.
Όπως μου έχει πει ο συγχωρεμένος ο παππούς μου ήταν καθαρά καλοκαιρινό. Δεν το έφτιαχναν τον χειμώνα.
Προφανώς δεν είχαν τα υλικά που χρειάζονταν. Ο παππούς μου ήταν μωρό όταν ήρθε με την ανταλλαγή πληθυσμών και τότε έφεραν μαζί τους και αυτό το έθιμο.
Τις μηλίγκες θα τις βρεις όπου υπάρχουν Καβακλιώτες. Στην Ελλάδα θα βρεις μόνο στα Κουφάλια, παρά το γεγονός ότι κάποτε τις έφτιαχναν και σε άλλα χωριά εδώ. Και με πελάτες που έχω μιλήσει δεν έχουν βρει αλλού.
Και στη Θεσσαλονίκη προσπάθησαν να φτιάξουν μηλίγκες οι Καβακλιώτες, αλλά και εκεί δεν ευδοκίμησε η προσπάθεια».
– Ο δικός σας φούρνος από πότε παράγει μηλίγκες;
«Από τότε που το ξεκίνησε ο παππούς μου, το 1953-54. Εγώ είμαι τρίτη γενιά».
– Με ποια υλικά μπορεί κάποιος να φτιάξει μηλίγκα;
« Με τα πιο απλά. Αλεύρι, νερό, τυρί, βούτυρο. Περισσότερο μαργαρίνη και λιγότερο βούτυρο και επάλειψη με αβγό από πάνω».
«Είναι φρέσκο προϊόν, είναι το τοπικό superfood»

– Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο ιδιαίτερη γευστικά;
«Είναι φρέσκο προϊόν. Δεν θα το βρεις συσκευασμένο ή τυποποιημένο.
Δεν ξέρω αν δοκιμάσει να το φτιάξει αυτό κάποιος.
Και είναι καθαρά χειροποίητο, δεν μπαίνει σε μηχανή η μηλίγκα.
Όλα αυτά τα μπαλάκια που φτιάχνουμε είναι όλα με το χέρι.
Έχει αυτή τη διαδικασία, κάθε μπαλάκι να το αφήσεις να φουσκώσει. Θα βάλεις το τυρί και πάνω το αβγό. Και είναι έτοιμο».
– Τόσα χρόνια που έρχεται ο κόσμος στον δικό σας φούρνο, τι σας λέει για τις μηλίγκες που φτιάχνετε;
«Είναι ένα πρωινό γεύμα. Αν και παλιά το έπαιρναν όταν έφευγαν στα χωράφια. Ένα μεγάλο ταψί μηλίγκα κρατούσε μια οικογένεια.
Μια τετραμελής οικογένεια που πήγαινε στο χωράφι από την ώρα που ξημέρωνε μέχρι το βράδυ αυτό θα ήταν το φαγητό τους.
Και όπως λέω, η μηλίγκα είναι το τοπικό superfood γιατί έχει τα πάντα.
Προσπαθούμε να έχουμε όσο πιο καθαρά υλικά γίνεται».
Ο πωλητής, η μηλίγκα και η αγορά του πρώτου ρολογιού

– Συνεχίζει να αγαπάει ο κόσμος τη μηλίγκα ή με το πέρασμα των χρόνων αλλάζουν και οι συνήθειες;
«Φθείρει. Εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι η νεολαία δεν το προτιμάει.
Οι ηλικίες που προτιμούν τη μηλίγκα αυτή τη στιγμή είναι από 30 και πάνω.
Από 30 και κάτω όταν έρθουν εδώ και δουν τον θερμοθάλαμο η μηλίγκα θα είναι η τελευταία τους επιλογή. Έχουν μάθει στις τυρόπιτες ή στις ζαμπονόπιτες τα παιδιά.
Η μηλίγκα είναι μακράν πιο υγιεινό σε σχέση με τα άλλα, αλλά προτιμάνε εκείνα.
Εμείς μεγαλώσαμε με τη μηλίγκα, έβγαιναν τα πιτσιρίκια και τις πουλούσαν στους δρόμους. Μαζί με κουλούρια.
Περίμεναν εδώ ουρά, πήγαινε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου με το ποδήλατο τους μάζευε, τους έφερνε εδώ στον φούρνο.
Ποδίτσα, ταψί, χαρτάκι και έφευγαν. Ήταν το μεροκάματό τους.
Θυμάμαι έναν πωλητή, που μου είπε πως το πρώτο ρολόι που πήρε ήταν από λεφτά που μάζεψε πουλώντας μηλίγκες».
– Εσύ τρως μηλίγκα;
«Αν περισσέψει ναι» μας λέει γελώντας ο Μιχάλης.

– Πάντως κάνει εντύπωση πως υπάρχουν μόνο στα Κουφάλια. Στη Θεσσαλονίκη δεν βρίσκεις μηλίγκες
«Το αγκάλιασαν οι Καβακλιώτες, αλλά και άλλοι πληθυσμοί. Όπως οι Σαρακατσάνοι που έχουμε στα Κουφάλια, οι ντόπιοι, αλλά και οι Μικρασιάτες.
Για τη Θεσσαλονίκη που λες. Ο θείος μου, ο Πέτρος Λυτούδης, που έχει το ζαχαροπλαστείο συνεργαζόταν με έναν και του πήγαινε κάθε μέρα 20-30 ταψιά με μηλίγκες.
Αλλά κράτησε πολύ λίγο αυτό, δεν το προτιμούν στη Θεσσαλονίκη. Πολλοί με ρωτάνε γιατί δεν πας να ανοίξεις μαγαζί στη Θεσσαλονίκη. Όσοι δουλεύουν Θεσσαλονίκη και γιορτάζουν ή έχουν γενέθλια έρχονται και παίρνουν 3-4 ταψάκια μηλίγκες και τους «τρελαίνουν» τους Θεσσαλονικείς.
Και με ρωτάνε, γιατί δεν ανοίγεις φούρνο στη Θεσσαλονίκη.
Τους απαντώ, κοιτάξτε, όταν πάει κάποιος δώρο και τρώνε όλοι ξετρελαίνονται. Αλλά μετά…».

Ο Κουφαλιώτης, το εστιατόριο στην Κρήτη και το…αρμιέντος
Με τον πιο ωραίο τρόπο κλείσαμε τη συζήτηση με τον Μιχάλη Λυτούδη.
Με ρωτάει:
Την αρμιά την ξέρεις;
Ναι, του απαντώ
Μου λέει λοιπόν ο Μιχάλης την ιστορία:
«Ένας Κουφαλιώτης είχε ανοίξει Μεξικάνικο στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Είχαμε πάει διακοπές και μου είπαν ότι είναι εκεί. Λέω, δικός μας άνθρωπος είναι, θα πάω να φάω εκεί.
Έτσι όπως γύριζα τη σελίδα του καταλόγου βλέπω σε μια από τις σαλάτες να γράφει αρμιέντος.
Τον φωνάζω και του λέω; Τι είναι αυτό;
Λέει, αρμιά είναι.
Και γιατί το έβαλες έτσι, τον ρωτάω.
Και μου απαντάει: Το έκανα Μεξικάνικο και πάει σφαίρα, το προτιμούν. Του βάζω λίγο παραπάνω μπούκοβο και το κάνω πιο πικάντικο. Και πάει σφαίρα».
Υπόκλιση στο αθάνατο ελληνικό δαιμόνιο που απλώνει τα φτερά του σε όλη τη γη!


